trice
trice
traɪs
trais
tribetwicetracetrine

Ορισμός και σημασία του "trice"στα αγγλικά

01

στιγμή, παραμονή

an extremely short or brief moment of time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trices
Παραδείγματα
He was gone in a trice, leaving no time for goodbyes. 

Έφυγε σε μια στιγμή, χωρίς να αφήσει χρόνο για αποχαιρετισμούς.

to trice
01

ανυψώνω και δένω με ένα μικρό σχοινί, σηκώνω και ασφαλίζω με ένα μικρό σχοινί

hoist up or in and lash or secure with a small rope 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trice
γ΄ ενικό πρόσωπο
trices
ενεστώτα μετοχή
tricing
απλός αόριστος
triced
παθητική μετοχή
triced
02

σηκώνω, ανυψώνω

raise with a line 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store