Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
treasonable
01
προδοτικός, σχετικός με προδοσία
involving or relating to the betrayal of someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, politics, loyalty
Παραδείγματα
He was accused of treasonable acts.
Κατηγορήθηκε για προδοτικές πράξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
treasonably
treasonable
treason



























