Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Treason
01
προδοσία, εσχάτη προδοσία
the act of betraying one's country by rebelling against its government
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He was charged with treason for conspiring to overthrow the government.
Κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία για τη συνωμοσία του να ανατρέψει την κυβέρνηση.
02
προδοσία, εγκλημα προδοσίας
the act of betraying someone or something's trust or loyalty
Παραδείγματα
His deceitful actions felt like treason to his best friend who had trusted him implicitly.
Οι εξαπατητικές του πράξεις φάνηκαν ως προδοσία στον καλύτερό του φίλο που τον είχε εμπιστευτεί πλήρως.
03
προδοσία, απιστία
disloyalty by virtue of subversive behavior
Λεξικό Δέντρο
treasonable
treasonist
treasonous
treason



























