Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Travesty
01
παρωδία, καρίκατουρα
an exaggerated and humorous imitation of a serious subject
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
travesties
Παραδείγματα
The comedian often performs a travesty of political speeches.
Ο κωμικός συχνά εκτελεί μια παρωδία πολιτικών ομιλιών.
02
παρωδία, φάρσα
something that fails to be what it should be
Παραδείγματα
The biased trial was a travesty of justice, leaving everyone outraged.
Η μεροληπτική δίκη ήταν μια παρωδία της δικαιοσύνης, αφήνοντας όλους εξοργισμένους.
to travesty
01
παρωδώ, διαστρεβλώνω
make a travesty of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
travesty
γ΄ ενικό πρόσωπο
travesties
ενεστώτα μετοχή
travestying
απλός αόριστος
travestied
παθητική μετοχή
travestied



























