travail
tra
ˈtræ
trā
vail
veɪl
veil
trail

Ορισμός και σημασία του "travail"στα αγγλικά

01

σκληρή δουλειά

hard or painful work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
travails
Παραδείγματα
The artist's masterpiece was the result of years of hard travail. 

Το αριστούργημα του καλλιτέχνη ήταν το αποτέλεσμα χρόνων σκληρής δουλειάς.

02

πόνοι τοκετού, τοκετός

the suffering endured during the process of labor and delivery 
Παραδείγματα
She cried out in travail as the contractions grew stronger. 

Φώναξε σε ωδίνες καθώς οι συσπάσεις έγιναν δυνατότερες.

to travail
01

δουλεύω σκληρά, κοπιάζω

to work hard, often under challenging conditions 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
travail
γ΄ ενικό πρόσωπο
travails
ενεστώτα μετοχή
travailing
απλός αόριστος
travailed
παθητική μετοχή
travailed
Παραδείγματα
The farmers travailed from dawn until dusk to bring in the harvest. 

Οι αγρότες δούλευαν σκληρά από την αυγή έως το σούρουπο για να μαζέψουν τη σοδειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store