Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to traumatize
01
τραυματίζω ψυχολογικά, προκαλώ ψυχικό τραύμα
to cause severe emotional distress or psychological harm to someone, often resulting in long-term effects
Transitive: to traumatize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
traumatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
traumatizes
ενεστώτα μετοχή
traumatizing
απλός αόριστος
traumatized
παθητική μετοχή
traumatized
Παραδείγματα
Witnessing the violent car crash traumatized the bystanders, who struggled with flashbacks and anxiety.
Η παρακολούθηση του βίαιου αυτοκινητιστικού ατυχήματος τραυμάτισε τους παρευρισκομένους, οι οποίοι αγωνίστηκαν με αναδρομές και άγχος.
Λεξικό Δέντρο
traumatize
trauma



























