Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traumatic
01
τραυματικός, σχετικός με πληγές
relating to wounds or physical injuries
Παραδείγματα
The traumatic gunshot wound required surgery to repair damaged tissue.
Το τραυματικό τραύμα από πυροβολισμό απαιτούσε χειρουργική επέμβαση για την επισκευή του κατεστραμμένου ιστού.
02
τραυματικός, συγκλονιστικός
having serious and long-lasting effects on mental health, especially shock and pain
Παραδείγματα
He had a traumatic childhood that left emotional scars, which he struggled to overcome.
Είχε μια τραυματική παιδική ηλικία που άφησε συναισθηματικές ουλές, τις οποίες αγωνίστηκε να ξεπεράσει.
Λεξικό Δέντρο
traumatic
traum



























