birthplace
birth
ˈbɜ:θ
bēth
place
pleɪs
pleis

Ορισμός και σημασία του "birthplace"στα αγγλικά

01

τόπος γέννησης, πατρίδα

the place in which someone was born 
birthplace definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birthplaces
Παραδείγματα
He visited his birthplace after many years. 

Επισκέφτηκε τον τόπο γέννησής του μετά από πολλά χρόνια.

02

τόπος γέννησης, κούνια

the location where something began, developed, or was first created 
Παραδείγματα
Ancient Greece is often called the birthplace of democracy. 

Η Αρχαία Ελλάδα συχνά αποκαλείται η κούνια της δημοκρατίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store