Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transoceanic
01
διαωκεάνιος, που διασχίζει τον ωκεανό
involving travel or movement across an ocean
Παραδείγματα
Modern technology has significantly reduced the time required for transoceanic communication.
Η σύγχρονη τεχνολογία έχει μειώσει σημαντικά τον χρόνο που απαιτείται για διωκεανική επικοινωνία.



























