transitive
Pronunciation
/tɹˈænsɪtˌɪv/

Ορισμός και σημασία του "transitive"στα αγγλικά

01

μεταβατικό, μεταβατικό ρήμα

(grammar) a verb that requires a direct object
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
transitives
transitive
01

μεταβατικός, μεταβατικό ρήμα

(grammar) describing a verb that needs a direct object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store