Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Transience
01
προσωρινότητα, φευγαλέα ύπαρξη
the quality of lasting for a limited period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
εφήμερη ύπαρξη, παροδικότητα
the attribute of being brief or fleeting
Λεξικό Δέντρο
transiency
transience
transi



























