transience
tran
ˈtræn
τραιν
sience
ziəns
ζιανσ
/tɹˈænsi‍əns/

Ορισμός και σημασία του "transience"στα αγγλικά

01

προσωρινότητα, φευγαλέα ύπαρξη

the quality of lasting for a limited period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

εφήμερη ύπαρξη, παροδικότητα

the attribute of being brief or fleeting
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store