Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transeunt
01
διαβατικός, μεταβατικός
(of a mental act, thought, etc.) causing effects beyond the mind, influencing external objects or the outside world
Παραδείγματα
The idea of a transeunt act demonstrates the connection between mental activity and its impact on the surrounding environment.
Η ιδέα μιας διαβατικής πράξης δείχνει τη σύνδεση μεταξύ της νοητικής δραστηριότητας και της επίπτωσής της στο περιβάλλον.



























