Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Birdbrain
01
ανόητος, κεφάλι πουλιού
a silly or foolish person with little intelligence
Disapproving
Informal
Παραδείγματα
The birdbrain in the office constantly misplaced important documents.
Γέλασε και αποκάλεσε τον εαυτό της πουλί αφού κλείδωσε τα κλειδιά της στο αυτοκίνητο.
Λεξικό Δέντρο
birdbrain
bird
brain



























