birdcage
bird
ˈbɜ:d
bēd
cage
keɪʤ
keij

Ορισμός και σημασία του "birdcage"στα αγγλικά

01

κλουβί για πουλιά, πουλιάρες

a container with bars that is built to keep birds 
birdcage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birdcages

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

birdcage

bird

+

cage

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store