tragicomic
tra
ˌtræ
trā
gi
ʤɪ
ji
co
ˈkɒ
ko
mic
mɪk
mik
uneconomicsubatomicmonatomicgastronomic

Ορισμός και σημασία του "tragicomic"στα αγγλικά

tragicomic
01

τραγικοκωμικός, σχετικός με την τραγικοκωμωδία

of or relating to or characteristic of tragicomedy 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

τραγικοκωμικός, που έχει και θλιβερές και γελοίες χαρακτηριστικές

having pathetic as well as ludicrous characteristics 
03

τραγικοκωμικός, ταυτόχρονα τραγικός και κωμικός

describing something that is both tragic and comic 
Παραδείγματα
The novel's tragicomic tone highlighted the protagonist’s struggles with a mix of poignant and humorous moments. 

Ο τραγικοκωμικός τόνος του μυθιστορήματος τόνισε τους αγώνες του πρωταγωνιστή με ένα μείγμα από συγκινητικές και χιουμοριστικές στιγμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store