Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tragic
01
τραγικός, θλιβερός
extremely sad or unfortunate, often because of a terrible event or circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tragic
συγκριτικός βαθμός
more tragic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tragic accident claimed the lives of several young students.
Το τραγικό ατύχημα κόστισε τη ζωή πολλών νέων φοιτητών.
02
τραγικός, δραματικός
(of a literary piece) related to or characteristic of tragedy
Παραδείγματα
The tragic ending of the play left the audience deeply moved by the protagonist's untimely demise.
Το τραγικό τέλος του έργου άφησε το κοινό βαθιά συγκινημένο από τον πρόωρο θάνατο του πρωταγωνιστή.
Λεξικό Δέντρο
tragical
tragic



























