toxicant
Pronunciation
/tˈɑːksɪkənt/

Ορισμός και σημασία του "toxicant"στα αγγλικά

01

τοξική ουσία, δηλητήριο

a chemical substance that is harmful or poisonous to living organisms
toxicant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toxicants
Παραδείγματα
Proper containment measures prevented the toxicant from leaching into the groundwater.
Τα κατάλληλα μέτρα περιορισμού απέτρεψαν τη διήθηση του τοξικού παράγοντα στα υπόγεια ύδατα.
01

τοξικός, βλαβερός

capable of causing harm through toxic effects
toxicant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toxicant
συγκριτικός βαθμός
more toxicant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Strict regulations govern the handling of toxicant substances in research laboratories.
Αυστηροί κανονισμοί διέπουν τη χειρισμό των τοξικών ουσιών στα ερευνητικά εργαστήρια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store