Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toxicant
01
τοξική ουσία, δηλητήριο
a chemical substance that is harmful or poisonous to living organisms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toxicants
Παραδείγματα
Proper containment measures prevented the toxicant from leaching into the groundwater.
Τα κατάλληλα μέτρα περιορισμού απέτρεψαν τη διήθηση του τοξικού παράγοντα στα υπόγεια ύδατα.
toxicant
01
τοξικός, βλαβερός
capable of causing harm through toxic effects
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toxicant
συγκριτικός βαθμός
more toxicant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Strict regulations govern the handling of toxicant substances in research laboratories.
Αυστηροί κανονισμοί διέπουν τη χειρισμό των τοξικών ουσιών στα ερευνητικά εργαστήρια.
Λεξικό Δέντρο
intoxicant
toxicant
toxic
tox



























