to tow
tow
təʊ
tew
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "tow"στα αγγλικά

to tow
01

ρυμουλκώ, τραβώ

to pull an object behind a vehicle, typically using a rope or chain 
Transitive: to tow sth
to tow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tow
γ΄ ενικό πρόσωπο
tows
ενεστώτα μετοχή
towing
απλός αόριστος
towed
παθητική μετοχή
towed
Παραδείγματα
The tow truck was called to tow the car that had broken down on the highway. 

Το γερανοφόρο καλέστηκε για να ρυμουλκήσει το αυτοκίνητο που είχε χαλάσει στην εθνική οδό.

01

ρυμούλκηση, έλξη

the act of hauling something (as a vehicle) by means of a hitch or rope 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store