tourniquet
Pronunciation
/ˈtɝˌnɪkɪt/

Ορισμός και σημασία του "tourniquet"στα αγγλικά

01

περιλαιμός, στεγανωτική επιδέσμη

a device, such as a bandage, piece of fabric, etc. that arrests bleeding by applying pressure to the wound
tourniquet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tourniquets
Παραδείγματα
The doctor emphasized the importance of applying a tourniquet above the wound.
Ο γιατρός τόνισε τη σημασία της εφαρμογής μιας στενωτικής επίδεσης πάνω από το τραύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store