tourmaline
tourmaline
tʊəməlaɪn
tuemēlain

Ορισμός και σημασία του "tourmaline"στα αγγλικά

01

τουρμαλίνη, ένα ορυκτό που εμφανίζεται συνήθως σε διάφορα χρώματα και χρησιμοποιείται ως πολύτιμος λίθος σε κοσμήματα

a mineral that typically occurs in various colors and is used as a gemstone in jewelry 
tourmaline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tourmalines

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store