Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tourney
01
τουρνουά
a sporting competition in which contestants play a series of games to decide the winner
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tourneys
to tourney
01
συμμετέχω σε ένα τουρνουά, ανταγωνίζομαι σε ένα τουρνουά
engage in a tourney
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tourney
γ΄ ενικό πρόσωπο
tourneys
ενεστώτα μετοχή
tourneying
απλός αόριστος
tourneyed
παθητική μετοχή
tourneyed



























