touchy
tou
ˈtʌ
ta
chy
ʧi
chi
duchy

Ορισμός και σημασία του "touchy"στα αγγλικά

01

ευερέθιστος, ευαίσθητος

easily offended, often reacting strongly to perceived slights or criticism 
touchy definition and meaning
Παραδείγματα
She's very touchy about her weight, so it's best not to bring up the topic. 

Είναι πολύ ευαίσθητη σχετικά με το βάρος της, οπότε είναι καλύτερα να μην θίξεις το θέμα.

02

επιφυλακτικός, ευαίσθητος

difficult to handle; requiring great tact 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
touchiest
συγκριτικός βαθμός
touchier
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

touchily
touchiness
touchy
touch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store