Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touchily
01
ευαίσθητα, με ευθιξία
in a way that shows a tendency to become easily offended, upset, or irritated
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He responded touchily to the harmless remark.
Απάντησε ευερέθιστα στην αβλαβή παρατήρηση.
Λεξικό Δέντρο
touchily
touchy
touch



























