Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touchable
01
απτός, ευαίσθητος στην αφή
having a physical presence that can be felt or perceived by touch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touchable
συγκριτικός βαθμός
more touchable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fabric of the dress was so soft and touchable that it felt luxurious against her skin.
Το ύφασμα του φορέματος ήταν τόσο μαλακό και απτό που φαινόταν πολυτελές στο δέρμα της.
Λεξικό Δέντρο
untouchable
touchable
touch



























