touchable
tou
ˈtʌ
ta
cha
ʧə
chē
ble
bəl
bēl
teachable

Ορισμός και σημασία του "touchable"στα αγγλικά

01

απτός, ευαίσθητος στην αφή

having a physical presence that can be felt or perceived by touch 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touchable
συγκριτικός βαθμός
more touchable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fabric of the dress was so soft and touchable that it felt luxurious against her skin. 

Το ύφασμα του φορέματος ήταν τόσο μαλακό και απτό που φαινόταν πολυτελές στο δέρμα της.

Λεξικό Δέντρο

untouchable
touchable
touch
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store