totem
to
ˈtəʊ
τεου
tem
təm
ταμ

Ορισμός και σημασία του "totem"στα αγγλικά

01

τότεμ, ιερό σύμβολο

a natural object, often an animal or plant, that is considered sacred and serves as a symbol or emblem for a particular group, clan, or family 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
totems
Παραδείγματα
The totem of the tribe, a majestic eagle, stood tall as a symbol of unity and shared ancestry. 

Το τότεμ της φυλής, ένας μεγαλοπρεπής αετός, στέκονταν ψηλά ως σύμβολο ενότητας και κοινής καταγωγής.

02

τότεμ, φυλετικό σύμβολο

a tribe or clan identified through a shared totemic object 
Παραδείγματα
The eagle totem comprised a tribe living along the riverbanks. 

Το τότεμ του αετού περιλάμβανε μια φυλή που ζούσε κατά μήκος των όχθων του ποταμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

totemic
totemism
totemist
totem
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store