to totter
to
ˈtɒ
to
tter
tattertittertrottertouter

Ορισμός και σημασία του "totter"στα αγγλικά

to totter
01

τρεμουλιάζω, κλονίζομαι

move without being stable, as if threatening to fall 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
totter
γ΄ ενικό πρόσωπο
totters
ενεστώτα μετοχή
tottering
απλός αόριστος
tottered
παθητική μετοχή
tottered
02

ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι

move unsteadily, with a rocking motion 
03

τρεμουλιάζω, παραπατώ

to stumble or tremble while walking 

Λεξικό Δέντρο

tottering
totter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store