Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to totter
01
τρεμουλιάζω, κλονίζομαι
move without being stable, as if threatening to fall
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
totter
γ΄ ενικό πρόσωπο
totters
ενεστώτα μετοχή
tottering
απλός αόριστος
tottered
παθητική μετοχή
tottered
02
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
move unsteadily, with a rocking motion
03
τρεμουλιάζω, παραπατώ
to stumble or tremble while walking
Λεξικό Δέντρο
tottering
totter



























