Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torturous
01
βασανιστικός, επίπονος
causing discomfort as a result of physical or mental pain
Παραδείγματα
The memory of that day was excruciating and torturous.
Η ανάμνηση εκείνης της ημέρας ήταν οδυνηρή και βασανιστική.
Λεξικό Δέντρο
torturously
torturous
torture



























