torturous
tor
ˈtɔ:
taw
tu
ʧə
chē
rous
rəs
rēs
tortuoustortious

Ορισμός και σημασία του "torturous"στα αγγλικά

01

βασανιστικός, επίπονος

causing discomfort as a result of physical or mental pain 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most torturous
συγκριτικός βαθμός
more torturous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The torturous journey through the mountains tested their limits. 

Το βασανιστικό ταξίδι μέσα από τα βουνά δοκίμασε τα όριά τους.

Λεξικό Δέντρο

torturously
torturous
torture
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store