torso
tor
ˈtɔ:
taw
so
səʊ
sew
torsi

Ορισμός και σημασία του "torso"στα αγγλικά

01

κορμός, μπάστα

the upper part of the human body, excluding the arms and the head 
torso definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
torsos
Παραδείγματα
The artist sculpted a lifelike statue of a human torso, capturing the muscular contours with precision. 

Ο καλλιτέχνης γλύπησε ένα ρεαλιστικό άγαλμα ενός ανθρώπινου κορμού, καταγράφοντας με ακρίβεια τους μυϊκούς όγκους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store