Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tort
01
αξιόποινη αδικοπραξία, αδικοπραξία
a civil wrong causing harm, not a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
torts
Παραδείγματα
The injured party filed a lawsuit, alleging the tort of negligence after a car accident.
Το θιγόμενο μέρος κατέθεσε αγωγή, ισχυριζόμενο τον αδικήματος της αμέλειας μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
tortious
tort



























