tort
Pronunciation
/ˈtɔɹt/

Ορισμός και σημασία του "tort"στα αγγλικά

01

αξιόποινη αδικοπραξία, αδικοπραξία

a civil wrong causing harm, not a crime
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
torts
Παραδείγματα
The manufacturer was held liable for the tort of strict product liability after a defective product caused injuries.
Ο κατασκευαστής κρίθηκε υπεύθυνος για την αξιόποινη πράξη της αυστηρής ευθύνης προϊόντος αφού ένα ελαττωματικό προϊόν προκάλεσε τραυματισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store