topiary
to
ˈtəʊ
tew
pia
piə
piē
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "topiary"στα αγγλικά

01

τοπιαρία, τέχνη της τοπιαρίας

the art or practice of shaping shrubs or trees into decorative forms by trimming and clipping 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topiaries
Παραδείγματα
Topiary requires patience and careful pruning. 

Τοπιαρία απαιτεί υπομονή και προσεκτικό κλάδεμα.

02

τοπιαρία, τέχνη κουρέματος φυτών

a garden or collection of plants that have been trimmed into decorative shapes, especially resembling animals 
Παραδείγματα
The palace grounds featured an elaborate topiary of lions and birds. 

Οι εκτάσεις του παλατιού παρουσίαζαν μια περίτεχνη τοπιαρία λιονταριών και πουλιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store