topcoat
Pronunciation
/tˈɑːpkoʊt/

Ορισμός και σημασία του "topcoat"στα αγγλικά

01

παλτό, ελαφρύ παλτό

a long, lightweight overcoat that is worn over a suit or other formal attire
topcoat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
topcoats

Λεξικό Δέντρο

topcoat

top

+

coat

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store