Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tone down
01
μαλακώνω, μειώνω την ένταση
to reduce the intensity of something
Transitive: to tone down sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tone
ενεστώτας
tone down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tones down
ενεστώτα μετοχή
toning down
απλός αόριστος
toned down
παθητική μετοχή
toned down
Παραδείγματα
She decided to tone the colors down in the painting to create a more calming effect.
Αποφάσισε να χαλαρώσει τα χρώματα στη ζωγραφική για να δημιουργήσει ένα πιο χαλαρωτικό εφέ.



























