Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tone down
[phrase form: tone]
01
μαλακώνω, μειώνω την ένταση
to reduce the intensity of something
Transitive: to tone down sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
tone
ενεστώτας
tone down
γ΄ ενικό πρόσωπο
tones down
ενεστώτα μετοχή
toning down
απλός αόριστος
toned down
παθητική μετοχή
toned down
Παραδείγματα
The teacher advised the student to tone down the humor in the presentation for a professional setting.
Ο δάσκαλος συμβούλεψε τον μαθητή να μειώσει το χιούμορ στην παρουσίαση για ένα επαγγελματικό περιβάλλον.



























