tonal
to
ˈtəʊ
tew
nal
nəl
nēl
total

Ορισμός και σημασία του "tonal"στα αγγλικά

01

τονικός

referring to variations in pitch used to convey meanings or emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mandarin Chinese is a tonal language, where the meaning of a word can change based on the pitch used to pronounce it. 

Τα κινεζικά μανδαρινικά είναι μια τονική γλώσσα, όπου η σημασία μιας λέξης μπορεί να αλλάξει ανάλογα με τον τόνο που χρησιμοποιείται για την προφορά της.

02

τονικός, τονική

having tonality; i.e. tones and chords organized in relation to one tone such as a keynote or tonic 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store