Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tomfoolery
01
ανοησία, βλακεία
foolish or senseless behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tomfooleries
Λεξικό Δέντρο
tomfoolery
tomfool
tom
fool



























