Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toe
Παραδείγματα
The toddler giggled as she wiggled her tiny toes in the sand.
Το μικρό παιδί γέλασε καθώς κινούσε τα μικρά της δάχτυλα των ποδιών στην άμμο.
1.1
η μύτη του παπουτσιού
the part of the shoe that covers and protects the toes of the foot
Παραδείγματα
The steel-toe boots are mandatory for workers in construction sites to ensure safety.
Τα μποτάκια με ατσάλινη μύτη είναι υποχρεωτικά για τους εργάτες στους εργοτάπους για να εξασφαλιστεί η ασφάλεια.
1.2
δάχτυλο του ποδιού, μπροστινό μέρος της οπλής
forepart of a hoof
02
άκρη, μύτη
(golf) the part of a clubhead farthest from the shaft
to toe
01
αγγίζω με το δάχτυλο του ποδιού, κλωτσώ ελαφρά
touch with the toe
02
χτυπώ (μια μπάλα γκολφ) με την άκρη του μπαστονιού, χτυπώ (μια μπάλα γκολφ) με το άκρο του μπαστονιού
hit (a golf ball) with the toe of the club
03
οδηγώ πλάγια, σπρώχνω πλάγια
drive obliquely
04
χτυπώ με την άκρη του μπαστονιού, χτυπώ με το άκρο του μπαστονιού
drive (a golf ball) with the toe of the club
05
περπατώ στις μύτες των ποδιών, προχωρώ δείχνοντας τα δάχτυλα των ποδιών
walk so that the toes assume an indicated position or direction
Λεξικό Δέντρο
toeless
toe



























