toe
toe
təʊ
tew
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "toe"στα αγγλικά

01

δάχτυλο του ποδιού, δάχτυλο

each of the five parts sticking out from the foot 
toe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toes
Παραδείγματα
He accidentally dropped a heavy book on his friend's foot, narrowly missing the toes. 

Έριξε κατά λάθος ένα βαρύ βιβλίο στο πόδι του φίλου του, παραλίγο να χτυπήσει τα δάχτυλα των ποδιών.

1.1

η μύτη του παπουτσιού

the part of the shoe that covers and protects the toes of the foot 
toe definition and meaning
Παραδείγματα
He accidentally scuffed the toe of his leather dress shoes against the curb, leaving a small mark. 

Γρατζούνισε κατά λάθος τη μύτη των δερμάτινων επίσημων παπουτσιών του στο πεζοδρόμιο, αφήνοντας ένα μικρό σημάδι.

1.2

δάχτυλο του ποδιού, μπροστινό μέρος της οπλής

forepart of a hoof 
02

άκρη, μύτη

(golf) the part of a clubhead farthest from the shaft 
to toe
01

αγγίζω με το δάχτυλο του ποδιού, κλωτσώ ελαφρά

touch with the toe 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toe
γ΄ ενικό πρόσωπο
toes
ενεστώτα μετοχή
toeing
απλός αόριστος
toed
παθητική μετοχή
toed
02

χτυπώ (μια μπάλα γκολφ) με την άκρη του μπαστονιού, χτυπώ (μια μπάλα γκολφ) με το άκρο του μπαστονιού

hit (a golf ball) with the toe of the club 
03

οδηγώ πλάγια, σπρώχνω πλάγια

drive obliquely 
04

χτυπώ με την άκρη του μπαστονιού, χτυπώ με το άκρο του μπαστονιού

drive (a golf ball) with the toe of the club 
05

περπατώ στις μύτες των ποδιών, προχωρώ δείχνοντας τα δάχτυλα των ποδιών

walk so that the toes assume an indicated position or direction 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store