acridity
ac
ˈək
ακ
ri
ρι
di
ντα
ty
ti
τι
aridityacidity

Ορισμός και σημασία του "acridity"στα αγγλικά

01

δριμύτητα, πικρή δριμύτητα

a sharp, harsh bitterness or pungency, often in taste or smell 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
acridities
Παραδείγματα
The acridity of the smoke made it difficult to breathe in the room. 

Η αψύτητα του καπνού έκανε δύσκολη την αναπνοή στο δωμάτιο.

02

δριμύτητα

the quality of being sharply disagreeable in language or tone 
03

δριμύτητα, δριμύτητα οσμής

having an acrid smell 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store