Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toady
01
κολακευτής, γλείφτης
a person who flatters and obeys others in order to gain favor
informal
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
toadies
Παραδείγματα
She mocked him for being such a toady.
Τον κορόιδεψε επειδή ήταν τέτοιος κολακευτής.
to toady
01
κολακεύω, γλείφω
to act in an obsequious way toward someone important in order to gain advantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
toady
γ΄ ενικό πρόσωπο
toadies
ενεστώτα μετοχή
toadying
απλός αόριστος
toadied
παθητική μετοχή
toadied
Παραδείγματα
Politicians often have to toady to lobbyists to secure campaign funding.
Οι πολιτικοί συχνά πρέπει να κολακεύουν τους λομπίστες για να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση εκστρατείας.
Λεξικό Δέντρο
toadyish
toady



























