tissue
Pronunciation
/ˈtɪʃu/

Ορισμός και σημασία του "tissue"στα αγγλικά

01

ιστός, κυτταρικός ιστός

a group of cells in the body of living things, forming their different parts
tissue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Adipose tissue, commonly known as fat tissue, stores energy and cushions organs in the body.
Ο λιπώδης ιστός, γνωστός ως λιπώδης ιστός, αποθηκεύει ενέργεια και προστατεύει τα όργανα του σώματος.
02

χαρτομάντηλο, ύφασμα

a piece of soft thin paper that is disposable and is used for cleaning
tissue definition and meaning
Παραδείγματα
She placed a tissue over the spill to absorb the liquid.
Έβαλε ένα χαρτομάντηλο πάνω από το χυμένο υγρό για να το απορροφήσει.
to tissue
01

υφαίνω, δημιουργώ ύφασμα

create a piece of cloth by interlacing strands of fabric, such as wool or cotton
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tissue
γ΄ ενικό πρόσωπο
tissues
ενεστώτα μετοχή
tissuing
απλός αόριστος
tissued
παθητική μετοχή
tissued
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store