Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tissue
01
ιστός, κυτταρικός ιστός
a group of cells in the body of living things, forming their different parts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Adipose tissue, commonly known as fat tissue, stores energy and cushions organs in the body.
Ο λιπώδης ιστός, γνωστός ως λιπώδης ιστός, αποθηκεύει ενέργεια και προστατεύει τα όργανα του σώματος.
to tissue
01
υφαίνω, δημιουργώ ύφασμα
create a piece of cloth by interlacing strands of fabric, such as wool or cotton
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tissue
γ΄ ενικό πρόσωπο
tissues
ενεστώτα μετοχή
tissuing
απλός αόριστος
tissued
παθητική μετοχή
tissued



























