Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tired
01
κουρασμένος, εξαντλημένος
needing to sleep or rest because of not having any more energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tired
συγκριτικός βαθμός
more tired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toddler was too tired to finish his dinner.
Το νήπιο ήταν πολύ κουρασμένο για να τελειώσει το δείπνο του.
02
κλισέ, τριτοτέρης
repeated too often; overfamiliar through overuse
03
κουρασμένος, βαρεθείς
feeling annoyed or frustrated because of something that has happened too often or for too long
Παραδείγματα
She got tired of his complaining and decided to leave.
Κουράστηκε από τα παράπονά του και αποφάσισε να φύγει.
Λεξικό Δέντρο
overtired
tiredly
tiredness
tired
tire



























