Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tiptoe
01
περπατώ στις μύτες των ποδιών, προχωρώ σιγά στις μύτες των ποδιών
to walk slowly and carefully on one's toes
Intransitive: to tiptoe | to tiptoe somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tiptoe
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiptoes
ενεστώτα μετοχή
tiptoeing
απλός αόριστος
tiptoed
παθητική μετοχή
tiptoed
Παραδείγματα
Attempting to sneak out of the house unnoticed, the teenager tiptoed down the stairs.
Προσπαθώντας να βγει από το σπίτι χωρίς να τον προσέξουν, ο έφηβος περπάτησε στις μύτες κατεβαίνοντας τις σκάλες.
tiptoe
01
στην μύτη των ποδιών, κρυφά
in a manner performed on the toes, often quietly or delicately
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He stepped tiptoe to avoid the puddles.
Περπάτησε στην άκρη των ποδιών για να αποφύγει τις λακκούβες.
tiptoe
01
στην άκρη των ποδιών, κρυφά
walking on the tips of the toes to move quietly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She practiced tiptoe walking during dance class.
Εξασκημένη στο περπάτημα στις μύτες των ποδιών κατά τη διάρκεια του μαθήματος χορού.
Tiptoe
01
άκρη του ποδιού, μύτη του ποδιού
the tip or end of a toe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tiptoes
Παραδείγματα
He grazed his tiptoe while climbing over the rocks.
Ξέθλιψε την άκρη του δακτύλου του ποδιού ενώ σκαρφάλωνε πάνω από τα βράχια.
Λεξικό Δέντρο
tiptoe
tip
toe



























