Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tip over
01
αναποδογυρίζω, κυλώ
to overturn or fall from a stable position, often due to imbalance or external force
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
tip
ενεστώτας
tip over
γ΄ ενικό πρόσωπο
tips over
ενεστώτα μετοχή
tipping over
απλός αόριστος
tipped over
παθητική μετοχή
tipped over
Παραδείγματα
The vase wobbled on the edge of the table before it tipped over.
Το βάζο κουνιόταν στην άκρη του τραπεζιού πριν ανατραπεί.



























