Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tip over
01
αναποδογυρίζω, κυλώ
to overturn or fall from a stable position, often due to imbalance or external force
Intransitive
Παραδείγματα
The overloaded cart lost its balance and tipped over while going down the hill.
Το υπερφορτωμένο καρότσι έχασε την ισορροπία του και ανατράπηκε ενώ κατέβαινε τον λόφο.
Παραδείγματα
The strong wind tipped over the trash can, leaving garbage scattered across the yard.
Ο δυνατός άνεμος ανέτρεψε τον κάδο απορριμμάτων, αφήνοντας τα σκουπίδια σκορπισμένα στην αυλή.



























