bipolar
Pronunciation
/baɪˈpoʊɫɝ/

Ορισμός και σημασία του "bipolar"στα αγγλικά

01

διπολικός, με δύο πόλους

having two poles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bipolar
συγκριτικός βαθμός
more bipolar
διαβαθμίσιμο
02

διπολικός, σχετικός με και τις δύο πολικές περιοχές

of, pertaining to, or occurring in both polar regions
03

διπολικός, μανιοκαταθλιπτικός

experiencing or relating to alternating periods of high and low moods, known as mania and depression
Παραδείγματα
Bipolar depression can be debilitating, leading to difficulty in daily functioning.
Η διπολική κατάθλιψη μπορεί να είναι εξουθενωτική, οδηγώντας σε δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργία.

Λεξικό Δέντρο

bipolar
polar
pole
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store