bipolar
bipolar
baɪpəʊlə
μπαιπεουλα
rollerstrollertollerbowler

Ορισμός και σημασία του "bipolar"στα αγγλικά

01

διπολικός, με δύο πόλους

having two poles 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bipolar
συγκριτικός βαθμός
more bipolar
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, physics, polarity
02

διπολικός, σχετικός με και τις δύο πολικές περιοχές

of, pertaining to, or occurring in both polar regions 
03

διπολικός, μανιοκαταθλιπτικός

experiencing or relating to alternating periods of high and low moods, known as mania and depression 
Παραδείγματα
His bipolar symptoms included periods of intense creativity followed by deep sadness. 

Τα συμπτώματα διπολικής διαταραχής του περιλάμβαναν περιόδους έντονης δημιουργικότητας που ακολουθούνταν από βαθιά θλίψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bipolar
polar
pole
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store