to tinkle
tin
ˈtɪn
tin
kle
kəl
kēl
twinkletingletickle

Ορισμός και σημασία του "tinkle"στα αγγλικά

to tinkle
01

κουδουνίζω, ηχώ

make or emit a high sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tinkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinkles
ενεστώτα μετοχή
tinkling
απλός αόριστος
tinkled
παθητική μετοχή
tinkled
02

κατουράω, κάνω πιπί

(used in a playful or childlike manner) to urinate 
Παραδείγματα
"I have to tinkle, can I go to the bathroom?" 

Πρέπει να κατουρήσω, μπορώ να πάω στο μπάνιο;

01

κουδούνισμα, καμπανάκι

a light clear metallic sound as of a small bell 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tinkles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tinkling
tinkle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store