Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tinkle
01
κουδουνίζω, ηχώ
make or emit a high sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tinkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tinkles
ενεστώτα μετοχή
tinkling
απλός αόριστος
tinkled
παθητική μετοχή
tinkled
02
κατουράω, κάνω πιπί
(used in a playful or childlike manner) to urinate
Παραδείγματα
"I have to tinkle, can I go to the bathroom?"
Πρέπει να κατουρήσω, μπορώ να πάω στο μπάνιο;
Tinkle
01
κουδούνισμα, καμπανάκι
a light clear metallic sound as of a small bell
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tinkles
Λεξικό Δέντρο
tinkling
tinkle



























