biplane
bi
ˈbaɪ
bai
plane
ˌpleɪn
plein
/bˈa‍ɪple‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "biplane"στα αγγλικά

01

διπλάνο, αεροπλάνο με δύο φτερά

old fashioned airplane; has two wings one above the other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
biplanes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store