Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Biplane
01
διπλάνο, αεροπλάνο με δύο φτερά
an aircraft fitted with two sets of wings, mounted one above the other on the fuselage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
biplanes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
biplane
plane



























