Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thud
01
βουητό, μουγγός ήχος
a deep, muffled noise produced by the impact of heavy objects colliding or falling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
thuds
Παραδείγματα
The book fell off the shelf with a heavy thud.
Το βιβλίο έπεσε από το ράφι με ένα βαθύ μπουν.
to thud
01
κάνω ένα βουητό ήχο, χτυπώ με ένα βουητό ήχο
strike with a dull sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thud
γ΄ ενικό πρόσωπο
thuds
ενεστώτα μετοχή
thudding
απλός αόριστος
thudded
παθητική μετοχή
thudded
02
κάνω ένα θολό ήχο, παράγω ένα θολό ήχο
make a dull sound
03
χτυπώ με βαθύ ήχο, κάνω ένα βαθύ θόρυβο
make a noise typical of an engine lacking lubricants
LanGeek



























