thud
Pronunciation
/ˈθəd/
thudded

Ορισμός και σημασία του "thud"στα αγγλικά

01

βουητό, μουγγός ήχος

a deep, muffled noise produced by the impact of heavy objects colliding or falling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thuds
Παραδείγματα
The stone landed with a solid thud in the mud.
Η πέτρα προσγειώθηκε με ένα βαθύ ήχο στη λάσπη.
to thud
01

κάνω ένα βουητό ήχο, χτυπώ με ένα βουητό ήχο

strike with a dull sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thud
γ΄ ενικό πρόσωπο
thuds
ενεστώτα μετοχή
thudding
απλός αόριστος
thudded
παθητική μετοχή
thudded
02

κάνω ένα θολό ήχο, παράγω ένα θολό ήχο

make a dull sound
03

χτυπώ με βαθύ ήχο, κάνω ένα βαθύ θόρυβο

make a noise typical of an engine lacking lubricants
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store