Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Throne
01
αποχωρητήριο, τουαλέτα
a plumbing fixture for defecation and urination
02
θρόνος, βασιλικό κάθισμα
the chair of state for a monarch, bishop, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thrones
03
θρόνος, κάθισμα της εξουσίας
the position and power of an exalted person (a sovereign or bishop) who is entitled to sit in a chair of state on ceremonial occasions
to throne
01
ενθρονίζω, τοποθετώ στον θρόνο
put a monarch on the throne
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
throne
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrones
ενεστώτα μετοχή
throning
απλός αόριστος
throned
παθητική μετοχή
throned
02
καθίζω στον θρόνο, βασιλεύω
sit on the throne as a ruler



























