Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Throat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
throats
Παραδείγματα
The doctor examined his throat to check for any signs of infection.
Ο γιατρός εξέτασε τον λόφυμό του για να ελέγξει για τυχόν σημάδια μόλυνσης.
02
λαιμός, λόφος
a passage resembling a throat in shape or function
03
λαιμός, άνοιγμα
an opening in the vamp of a shoe at the instep
04
λαιμός, φάρυγγας
the part of an animal's body that corresponds to a person's throat
Λεξικό Δέντρο
throaty
throat



























